. .

́

Aristippus, Ἀρίστιππος, , ( ), ; (ἀφιγμένος Ἀθήναζε κατὰ κλέος Σωκρἁτους), , , , , ; , ., , (Plut. Dion. 19. Diog. Laert. 2, 8, 56) . , , . , , , , . , , , , . , , , . , , 5 : περὶ τῶν αἱρετῶν καὶ φευκτῶν, περὶ τῶν παθῶν, περὶ τῶν πράξεων, περὶ τῶν αἰτίων, περὶ τῶν πίστεων, . , , , , , , ; , , . , , , , , , ( μονόχρονον). πάθη: πόνος ἡδονή, τραχεῖα, λεία κίνησις; : ,   ; , , . . Xen. mem. 2, 1. 3, 8. Cic. acad. 2, 131. de fin. 1, 7, 23. tusc. 2, 6, 15. Hor. ep. 1, 1, 18. 17, 17 .

: , .

. :
( )
( )
. . , 1885, . 148149.
. : ,  • ,  • ,  • ,  •