. .

́

Κάκωσις, , , , ( ), ; 2) (, , ); 3) (ἐπίκληρος . Hereditas, 2) , ; 4) , (ὀρφανῶν κάκωσις). εἰσαγγελία (. ), , δίκη; κάκωσις ὀρφανῶν, ἀπαγωγή. (ἀγὼν τιμητός, . ). κάκωσις γονέων, . .

. . , 1885, . 228.

, .

. :  •  • INTERCESSIO • MANDATUM •