. .

́

Chalcis, ἡ Χαλκίς,

1) , , , . , , , ( χάλκη = κάλχη, ); (πέδαι Ἑλληνικαί). Liv. 32, 37. , ἱπποβόται, , : . , . ;

2) , , Ὑπόχαλκις, Strab. 10, 451. Thuc. 1, 108. 2, 83;

3) , , , .

.

. . , 1885, . 276.
. : ,  • ,  • ,  • ,  •