. .

́

Chaos, τὸ Χάος ( χάω, χάινω, χάσκω), (theog. 116), , , , , . Γαῖα, Τάρταρος Ἔρως. ( ) . (). , ; , (Ἑκατόγχειρες). , ( χεῖσθαι) , . Ov. met. 1, 1 . , (Χρόνος). , Caligo, , , .

. . , 1885, . 277.
. : ,  • ,  • ,  • ,  •