. .

́

Κύαμοι, , . : (πινάκια) ; , . , : κυαμεύειν, ἀπὸ κυάμου λαχεῖν, ἡ ἀπὸ κυάμου βουλή, κυαμευτός.

. :
, ( )
. . , 1885, . 362.
. :  • ΕΡΗΜΟΣ ΔΙΚΗ •  •  •