. .

́, ́

Ἐνεχυρασία ἐνεχυρασμός (ἐνεχυράζειν, ἐνέχυρα λαβεῖν φέρειν), , , (ὑπερήμερος) - . , . , δίκη ἐξούλης (. Δίκη).

. . , 1885, . 471.
. :  • ΕΡΗΜΟΣ ΔΙΚΗ •  • ,  •