.

,

Ἐπιτροπή, , , , (. Διαιτητής) (ἐπιτρέπεσθαι δίαιταν). Isocr. Callim. 11. trapez. 19. Dem. Apat. 14. .

. . , 1885, . 485.

, .

. :  • ΕΡΗΜΟΣ ΔΙΚΗ •  • ,  •