. .

Ἀσπάξεσθαι, ; : χαῖρε (χαίρειν), ; ὑγιαίνειν ( ), εὖ πράττειν. : Αἰτῶ δὑγίειαν, πρῶτον, εἶτ εὐπραξίαν, τρίτον δὲ χαίρειν, εἶτ ὀφείλειν μηδενί. ἀσπάζομαι .

. . , 1885, . 170.
. : ,  • ,  • ,  •  •