. .

́

Βίδεοι, βιδιαῖοι, βίδυοι (, ἴδυος, . . , , ), , 5 , . (παιδονόμος); πρεσβὺς βιδέων. Paus. 3, 11, 2.

. . , 1885, . 212.

, .

. : , ,  • ,  •  •  •